Ελευθέριος Αργυρόπουλος
Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

Το έτος 2001, ο Ελευθέριος Αργυρόπουλος εξέδωσε το δεύτερον βιβλίον του με τίτλον «Η Μαθηματική Αποκωδικοποίησις της Ελληνικής Γλώσσης». Τον Μάιον του έτους 2015, ολοκλήρωσε την συγγραφή της δευτέρας εκδόσεως του εν λόγω βιβλίου, η οποία είναι αρκετά αναβαθμισμένη και βελτιωμένη από την προηγούμενη και έχει συμπληρωθεί με εκατοντάδες νέες λεξαριθμικές ισοψηφίες και πληροφορίες, οι οποίες αποδεικνύουν με κάθε λεπτομέρεια την μαθηματική δομή και την νοημοσύνη της ελληνικής γλώσσης, ακόμη και διά πολύπλοκα και δύσκολα θέματα των μαθηματικών και της φυσικής, ενώ ακόμη φαίνεται και η γνώσις των ιστορικών γεγονότων μέσω των λεξαριθμικών ισοψηφιών. Εις το δεύτερον κεφάλαιον του βιβλίου, αποδεικνύονται θεωρήματα και αξιώματα της γεωμετρίας μέσω της λεξαριθμικής θεωρίας, ενώ εις το έβδομον κεφάλαιον αποδεικνύεται η γνώσις του λόγου ακόμη και διά την σύνθεσιν του πρωτονίου. Εις το δωδέκατον κεφάλαιον, γίνεται μία λεξαριθμική αναδρομή σημαντικών ιστορικών γεγονότων μέσω των ισοψηφιών. Το βιβλίον είναι πλήρες νέων λεξαριθμικών ισοψηφιών και νέων γνώσεων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απόδειξις ότι ο λόγος γνωρίζει λεπτομερώς την αριθμητική τιμή της σταθεράς α της λεπτής δομής. Ακόμη, εις το δωδέκατον κεφάλαιον παρουσιάζεται ένας νέος μαθηματικός τύπος του συγγραφέως, ο οποίος υπολογίζει το πλήθος π(χ) των πρώτων αριθμών, με μεγαλύτερη ακρίβεια από κάθε άλλον που είναι γνωστός μέχρι σήμερα.

Ακολουθεί μία πολύ μικρή εισαγωγή από το πρώτον κεφάλαιον του νέου βιβλίου του συγγραφέως:

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΡΙΘΜΗΣΕΩΣ

Η ελληνική γλώσσα, είναι μία τέλεια μαθηματική δημιουργία. Είναι η δημιουργία του Θεού λόγου, η οποία εν αρχή τα πάντα εποίησε με σοφίαν. Πρόκειται διά μίαν γλώσσαν που γνωρίζει τους Μαθηματικούς νόμους, τους νόμους της Φυσικής, της Χημείας, της Ιατρικής, της Μουσικής και γενικώς τους νόμους της συμπαντικής δημιουργίας. Δι’ αυτόν τον λόγον, η ελληνική γλώσσα είναι Θείον έργον και αποτελεί την συμπαντικήν βίβλον του φωτός και της αληθείας. Έκαστον εκ των 27 γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου, αντιστοιχεί σε έναν φυσικόν αριθμόν, ξεκινώντας από το 1 και καταλήγοντας εις το 900. Έτσι, κάθε ελληνική λέξις αντιστοιχεί με έναν φυσικόν αριθμόν με βάσιν το δεκαδικόν σύστημα αριθμήσεως, ο οποίος είναι ανάλογος με το άθροισμα των γραμμάτων που αποτελείται, όταν αυτά μετατραπούν σε αριθμούς, σύμφωνα με το αρχαίον αλφαριθμητικόν σύστημα. Ο αριθμός αυτού του αθροίσματος, ονομάζεται λεξάριθμος. Η αριθμητική αξία εκάστου εκ των γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου, είναι η εξής:
Α = 1, Β = 2, Γ = 3, Δ = 4, Ε = 5, F = 6, Ζ = 7, Η = 8 , Θ = 9, Ι = 10, Κ = 20, Λ = 30, Μ = 40, Ν = 50, Ξ = 60,
Ο = 70, Π = 80, Q = 90, Ρ = 100, Σ = 200, Τ = 300, Υ = 400, Φ = 500, Χ = 600, Ψ = 700, Ω = 800, ϡ = 900

Το δίγαμμα (F) προφέρεται όπως το γγ.
Χαρακτηριστικόν παράδειγμα το οποίον εξηγεί την προφορά του γράμματος αυτού, είναι η λέξις εισαγγελεύς. Το σύμβολον ς΄, ονομάζεται στίγμα και έχει επίσης την αριθμητική τιμή του 6. Αυτό, δεν το χρησιμοποιούσαν ως γράμμα διά τις λέξεις, αλλά για να παραστήσουν την αριθμητική αξία μίας ποσότητος, ή ενός μεγέθους. Έτσι, συμπεραίνουμε ότι η ελληνική γλώσσα αποτελείται από 27 γράμματα, τα οποία αντιστοιχούν σε 27 διαφορετικές αριθμητικές θέσεις. Αυτό συμβαίνει, επειδή οι αριθμητικές τιμές του στίγματος και του διγάμματος ταυτίζονται με τον αριθμόν 6. Σχετικώς με το στίγμα, αυτό εσφαλμένως συμβολίζεται από κάποιους με το στ, διότι η αριθμητική αξία του στ είναι 500, αφού σ + τ = 200 + 300 = 500. Πρέπει να τονισθεί, ότι εις το ελληνικόν αλφάβητον δεν υπάρχουν γράμματα που να αποτελούνται από δύο σύμβολα, διότι είναι όλα μονοσήμαντα σύμβολα. Το σύμβολον Q ονομάζεται κόππα και έχει την αριθμητική τιμή του 90. Αυτό προφέρεται όπως το Κ και τοποθετείται πριν από φωνήεν, αντί του συμβόλου Κ, όταν μετά από το φωνήεν ακολουθεί σύμφωνον. Το σύμβολον ϡ ονομάζεται σανπί και προφέρεται όπως το γράμμα π. Τοποθετείται στην αρχή λέξεων με τους ίδιους κανόνες που διέπουν την τοποθέτησιν του γράμματος κόππα. Η χρήσις του κόππα (Q) και του σανπί (ϡ) γινόταν από μερικές ελληνικές διαλέκτους. Η πλειοψηφία των λεξαρίθμων των ελληνικών λέξεων, ευρίσκεται μεταξύ των αριθμών 200 έως και 2000. Υπάρχουν όμως και άλλες λέξεις με μεγαλυτέρους λεξαρίθμους από τον αριθμόν 2000, πολλές εκ των οποίων είναι σύνθετες. Σε ένα δείγμα επί 254000 ελληνικών λέξεων, το πλήθος των ελληνικών λέξεων που ευρίσκονται μεταξύ των λεξαρίθμων 200 έως και 2000 είναι 226657. Για παράδειγμα, η λέξις αριθμός, έχει λεξάριθμον 430, ενώ η λέξις φωτόνιον, έχει λεξάριθμον 1850, διότι:
ΑΡΙΘΜΟΣ = 1+100+10+9+40+70+200 = 430
ΦΩΤΟΝΙΟΝ = 500+800+300+70+50+10+70+50 = 1850
Υπάρχουν τουλάχιστον 4500 λεξάριθμοι (από το 4 έως και το 4500), άρα δεν δικαιολογούνται ως συμπτώσεις οι περιπτώσεις των λέξεων που έχουν τον ίδιον λεξάριθμον. Όταν έχουμε δύο ή περισσότερες λέξεις με τον ίδιον λεξάριθμον, τότε λέμε ότι έχουμε λεξαριθμική ισοψηφία ή λεξαριθμική ισότητα μεταξύ αυτών. Ο αριθμός που προκύπτει από το άθροισμα των λεξαρίθμων των λέξεων μίας φράσεως, ενός ονοματικού συνόλου, ή μίας προτάσεως, ονομάζεται λεξαριθμικόν άθροισμα. Έτσι, υπάρχουν λεξαριθμικές ισοψηφίες ή λεξαριθμικές ισότητες μεταξύ φράσεων, ονοματικών συνόλων, καθώς και προτάσεων. Αυτό σημαίνει, ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποδείξει με απλές εξισώσεις (ισοψηφίες) τα ακόλουθα:

  • Περιπτώσεις που υπάρχει κοινή εννοιολογική σημασία μεταξύ λέξεων, φράσεων, ή προτάσεων, ή ακόμη και εννοιολογική ταύτισις αυτών.
  • Περιπτώσεις λέξεων, φράσεων ή προτάσεων, που έχουν άλλα κοινά στοιχεία μεταξύ των, όπως παραδείγματος χάριν κοινήν γεωγραφικήν θέσιν (Μυκήναι = Ισθμός = Κόρινθος = 529).
  • Περιπτώσεις, όπου οι έννοιες δύο λέξεων, φράσεων ή προτάσεων με λεξαριθμικήν διαφοράν μίας μονάδος, δεικνύουν ότι από την πρώτη και μικρότερη κατά τον αριθμόν έπεται (ακολουθεί) και γεννάται η δεύτερη, όπως: ΙΟΣ = 280, ΑΣΘΕΝΕΙΑ = 281 και
    ΕΡΑΣΤΗΣ = 814, ΖΩΗ = 815.Είναι γεγονός, ότι ο ιός είναι εκείνος που γεννά την ασθένεια και ότι ο εραστής δίδει το σπέρμα, προκειμένου να δημιουργηθεί η ζωή.
  • Περιπτώσεις, όπου ο λεξάριθμος μίας λέξεως, φράσεως, ή προτάσεως είναι περίπου ίσος με ακέραιον πολλαπλάσιον των μαθηματικών σταθερών π, φ και e, όπου π = 3,141..., φ = 1,618... και e = 2,718..., όπου π είναι το πηλίκον του μήκους της περιφερείας ενός κύκλου προς την διάμετρον αυτού, φ είναι ο χρυσούς αριθμός και e είναι η βάσις των φυσικών λογαρίθμων. Για παράδειγμα, έχουμε: Βίβλος = 314 ~ 100Xπ, Κλίμαξ = 161 ~ 100Xφ, Αρμονία = 272 ~ 100Xe. Επειδή από τις σταθερές π, φ και e, οι αριθμοί π και e είναι υπερβατικοί, ενώ ο φ είναι άρρητος, οι λεξάριθμοι που αντιστοιχούν εις τα ακέραια πολλαπλάσια των σταθερών αυτών, στρογγυλοποιούνται με τον πλησιέστερον ακέραιον αυτών. Πρέπει να πούμε, ότι υπάρχουν και κάποιες ισόψηφες λέξεις, χωρίς να έχουν κοινά εννοιολογικά σημεία. Όμως αυτές, συνδυαζόμενες με άλλες λέξεις, δημιουργούν φράσεις η προτάσεις με το ίδιον λεξαριθμικόν άθροισμα, οι οποίες έχουν τελικά ορισμένα κοινά εννοιολογικά στοιχεία. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι για να είναι η λεξαριθμική συμφωνία αποδεκτή, η σύγκρισις πρέπει να γίνεται στις ίδιες πτώσεις, αλλιώς, εάν υπάρχει διαφορά πτώσεων, τότε λέμε ότι η εννοιολογική σημασία της μίας λέξεως προκύπτει ως αποτέλεσμα της άλλης. Υπάρχουν και ορισμένα παραδείγματα ισοψήφων λέξεων, εις τα οποία παρότι δεν φαίνεται αρχικώς ότι οι ισόψηφες λέξεις συσχετίζονται εννοιολογικώς, αργότερα αποδεικνύεται ότι αυτές έχουν μαθηματικήν ή άλλην σχέσιν, ενώ μερικές φορές έχουν και σχέσιν αντιθέτων εννοιών. Το παρόν βιβλίον του συγγραφέως, εξεδόθη αρχικώς το έτος 2001 και έχει τίτλον «Η Μαθηματική Αποκωδικοποίησις της Ελληνικής Γλώσσης». Τον Οκτώβριον του έτους 2013, ανεκαλύφθη η ακόλουθη ισοψηφία, διά της οποίας αποδεικνύεται ότι η μαθηματική αποκωδικοποίησις της ελληνικής γλώσσης γίνεται μόνον διά της λεξαριθμικής θεωρίας, δηλαδή μέσω της θεωρίας των λεξαριθμικών ισοψηφιών. Είναι γεγονός λοιπόν, ότι η νοημοσύνη της ελληνικής γλώσσης, δύναται να αποδειχθεί μόνον διά της θεωρίας των λεξαριθμικών ισοψηφιών.

Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ = 4408
ΘΕΩΡΙΑ ΛΕΞΑΡΙΘΜΙΚΩΝ ΙΣΟΨΗΦΙΩΝ = 4408

Εις το έκτον κεφάλαιον ενός αρχαίου βιβλίου με τίτλον «Τα Θεολογούμενα της Αριθμητικής», που εγράφη από τον Ιάμβλιχον, αναφέρεται ότι «η συναρίθμησις του κόσμου ονόματος εξακόσια εστίν». Διά της λέξεως συναρίθμησις, γίνεται αντιληπτόν, ότι κατά την αρχαίαν εποχήν χρησιμοποιούσαν τον όρον συνάριθμος αντί του όρου λεξάριθμος. Οι συνάριθμοι των λέξεων, είναι το εργαλείον διά του οποίου αποδεικνύεται η μαθηματική δομή και η νοημοσύνη της ελληνικής γλώσσης. Αυτό, τονίζεται και μέσω της επομένης ισοψηφίας:

Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ = ΣΥΝΑΡΙΘΜΟΙ ΛΕΞΕΩΝ = 1840

Παρότι η ορθή λέξις διά την ονομασίαν της συσκευής που εκτελεί ταχύτατα δισεκατομμύρια υπολογισμούς ανά δευτερόλεπτον είναι υπολογιστήρ, το γεγονός ότι η φράσις η ιερά ελληνική μαθηματική γλώσσα και η λέξις υπερ υπολογιστής, ισοψηφούν με τον αριθμόν 1956, δηλώνει αφ’ ενός μεν ότι η ελληνική γλώσσα είναι ένας υπερυπολογιστής, αφετέρου δε ότι ο λεξάριθμος έχει την ικανότητα να γνωρίζει ακόμη και την αλλοίωσιν ορισμένων λέξεων. Τούτον σημαίνει, ότι ο Έλλην λόγος έχει την ικανότητα μέσω των λεξαρίθμων να αναγνωρίζει την μετατροπήν και διαφοροποίησιν ορισμένων λέξεων σε νέες λέξεις, οι οποίες έχουν το ίδιον νόημα με τις αρχικές. Πράγματι:

Η ΙΕΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ = ΥΠΕΡΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ = 1956

Όμως, η ελληνική γλώσσα έχει και μία ακόμη υπεροχή έναντι των υπολοίπων γλωσσών. Η υπεροχή αυτή, σχετίζεται με την σχέσιν ευφυΐας που υπάρχει μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινομένου των λέξεων, αποδεικνύοντας έτσι και γλωσσολογικώς ότι είναι μία γλώσσα με νοημοσύνη. Νοηματική γλώσσα, θεωρείται η γλώσσα εις την οποίαν το “σημαίνον” δηλαδή η λέξις και “το σημαινόμενον” και άρα αυτό που η λέξις εκφράζει (πράγμα – ιδέα – κατάστασις) έχουν μεταξύ τους πρωτογενήν σχέσιν. Σημειολογική, είναι η γλώσσα εις την οποίαν ορίζεται αυθαιρέτως ότι το α “πράγμα” (σημαινόμενον) εννοείται μέσω του α΄ (σημαίνον). Συνεπώς, η ελληνική γλώσσα, είναι η μόνη γλώσσα, της οποίας οι λέξεις έχουν πρωτογένεια, ενώ σε όλες τις άλλες γλώσσες, όλες οι λέξεις που δεν παράγονται από ελληνικές λέξεις, είναι συμβατικές, δηλαδή σημαίνουν κάτι απλώς επειδή έτσι συμφωνήθηκε μεταξύ εκείνων που τις χρησιμοποιούν.